Η Βάι αντιμετωπίζει όλα της τα προβλήματα όπως και τους τοίχους που της φράζουν το δρόμο: τα κάνει κομμάτια με τα μαγοτεχνικά γάντια της. Παρά το εγκληματικό παρελθόν της, η Βάι χρησιμοποιεί πλέον την εμπειρία της από τον υπόκοσμο για να υπηρετήσει την αστυνομία του Πιλτόβερ. Το θράσος, το σαρκαστικό χιούμορ και η επιδεικτική άρνηση της Βάι να ακολουθεί εντολές εξοργίζει συχνά τη συνεργάτιδά της, την Κέιτλιν, η οποία φροντίζει πάντα να ακολουθεί τους κανόνες. Όμως, ακόμη κι η σερίφης του Πιλτόβερ δεν μπορεί να αρνηθεί ότι η Βάι αποτελεί ανεκτίμητο σύμμαχο στη μάχη εναντίον του εγκλήματος.
Η Βάι μεγάλωσε από παιδί στα περίχωρα του Πιλτόβερ όπου οι νόμοι δεν είχαν καμία ισχύ. Έτσι, αναγκάστηκε να μάθει τις τέχνες της κλοπής και της απάτης για να επιβιώσει. Κλέβοντας και αποσυναρμολογώντας μαγοτεχνικές συσκευές, απέκτησε ικανότητες εφάμιλλες πολύπειρων μηχανικών, ενώ η ζωή στους δρόμους της έμαθε να εμπιστεύεται μόνο τον εαυτό της. Όταν ήταν έξι ετών, μια συμμορία εγκληματιών εκτίμησαν τις ικανότητες της μικρής Βάι και την πήραν υπό την προστασία τους. Στα έντεκά της, η Βάι ήταν πια έμπειρη συνεργός στα εγκλήματά τους κι απολάμβανε τη συγκίνηση που της έδινε κάθε ληστεία.
Η συμπεριφορά της άλλαξε όταν σε μια επιδρομή σε κάποιο ορυχείο τα πράγματα δεν πήγαν καλά. Βρέθηκε σε ένα αναγκαστικό δίλημμα: Να το σκάσει με τους συνεργούς της ή να προσπαθήσει να σώσει τους αθώους εργάτες του ορυχείου από μια σήραγγα που είχε καταρρεύσει. Η Βάι επέλεξε τον ηρωικό δρόμο. Καθώς αναζητούσε έναν τρόπο να απελευθερώσει τους εργάτες από τα χαλάσματα, ανακάλυψε μια ρομποτική πλατφόρμα εξόρυξης. Αυτοσχεδιάζοντας, ξεκόλλησε τις τεράστιες γροθιές της πλατφόρμας και τις μετέτρεψε σε αυτοσχέδια μαγοτεχνικά γάντια. Μόλις προσάρμοσε αυτά τα βαριά όπλα στα μικροσκοπικά χεράκια της, το μικρό κορίτσι σήκωσε το χέρι της κι έριξε μια φορτισμένη γροθιά στα χαλάσματα. Η δύναμη του χτυπήματος έκανε το βράχο κομμάτια. Αφού απελευθέρωσε τους εργάτες, η Βάι εξαφανίστηκε.
Μετά την αποτυχία της τελευταίας ληστείας, η Βάι έκοψε κάθε επαφή με τη συμμορία. Στο εξής δούλευε μόνη της, αλλά έκλεβε μόνο από άλλους εγκληματίες. Καθώς περνούσαν τα χρόνια, η Βάι τροποποιούσε και βελτίωνε τις μαγοτεχνικές γροθιές της και μπορούσε πια εύκολα να κάνει ληστείες και να αρπάζει κλοπιμαία. Τελικά, η φήμη της έφτασε μέχρι την Κέιτλιν, την ονομαστή Σερίφη του Πιλτόβερ. Αντί να προσπαθήσει να τη συλλάβει, η Κέιτλιν έδωσε στην εγκληματία μια ευκαιρία να ξεπληρώσει το χρέος της προς την κοινωνία: να εργαστεί μαζί της για την καταπολέμηση της εγκληματικότητας στο Πιλτόβερ. Η Βάι έβαλε τα γέλια. Γι' αυτήν, μια δουλειά που θα της έδινε την ευκαιρία να δέρνει κακοποιούς χωρίς να την κυνηγάει η αστυνομία ήταν ό,τι καλύτερο. Δέχτηκε αμέσως. Πλέον, η Κέιτλιν πασχίζει να κρατήσει τη Βάι σε τάξη και η Βάι εκλαμβάνει τις εντολές της Κέιτλιν ως απλές υποδείξεις. Όταν όμως συνεργάζονται, γίνονται ο φόβος και ο τρόμος των κακοποιών του Πιλτόβερ.
''Είναι κρίμα. Έχω δύο γροθιές, αλλά εσύ έχεις μόνο ένα πρόσωπο''.
-- Βάι